Κάθε άνθρωπος ανεξαιρέτως κουβαλάει τα βάρη του. Βάρη που φαίνονται, αλλά και βάρη καλά κρυμμένα από τους άλλους. Πορεύεται προσπαθώντας να τα διαχειριστεί και ίσως να τα ξεπεράσει, άλλοτε με συμμάχους και άλλοτε τελείως μόνος. Αυτή η συνειδητοποίηση βρίσκεται στην καρδιά του έξοχου θεατρικού έργου Η Φάλαινα του Σάμιουελ Ντ. Χάντερ που ακολουθεί την πορεία του Τσάρλυ, ενός υπέρβαρου άντρα που οδεύει μαθηματικά στον θάνατο εξαιτίας των κιλών του. Δεν είναι όμως, μόνο ο Τσάρλυ καθηλωμένος από τα βάρη του. Είναι όλοι οι χαρακτήρες του έργου. Η Λιζ που τον φροντίζει αντιμετωπίζει τον πόνο της απώλειας του αδερφού της -και εραστή του Τσάρλυ- που την παγώνει, η κόρη του Τσάρλυ, η Έλι και ο νεαρός πάστορας Τόμας κουβαλούν το βάρος των επιλογών της οικογένειάς τους και η Μέρι -η πρώην γυναίκα του Τσάρλυ- το βάρος μιας αγάπης που δεν ξεπέρασε ποτέ σε ένα έργο που παρουσιάζει ολοκληρωμένα τους ήρωές του και αφήνει τους θεατές να τους καταλάβουν και να τους πλησιάσουν με τον τρόπο που επιθυμούν εκείνοι. Η ηθοποιός Ειρήνη Σταματίου μας μίλησε για τον ρόλο της Λιζ που υποδύεται, τους ανθρώπους που επιλέγουν -ή που τυχαίνει- να φροντίζουν άλλους, και τη δύναμη που αυτό απαιτεί. Για το έργο, την παράσταση και τα επίπεδα που της αποκαλύφθηκαν μέσα από αυτή τη συνεργασία και δουλειά. Για την ουσιαστική συνύπαρξη και το τι σημαίνει να κρατάς το χέρι του άλλου όταν το έχει ανάγκη.
Τι σε συγκινεί στην Φάλαινα; Τι νέο έμαθες για τον εαυτό σου μέσα από αυτή τη δουλειά μέχρι τώρα;
Η Φάλαινα με βρήκε σε μια καμπή της ζωής μου, σαν να με περίμενε. Ήταν μια ευκαιρία να «κοιτάξω κατάματα» ένα πένθος που είχα αφήσει στη σκιά και να το κλείσω απαλά. Νιώθω οτι αγγίζει βάρη που κουβαλώ χρόνια, που ίσως κουβαλάμε όλοι μας, λίγο ή πολύ: την ενοχή, την αποδοχή της απώλειας, την αυτοκαταστροφή, την ανάγκη για αγάπη. Κάθε φορά που ακούω το κείμενο νιώθω σαν να «βουτάω» μέσα μου. Τελικά, ίσως είναι και μια αφορμή να δούμε στην πράξη πόσο αντιφατική είναι η ανθρώπινη συνθήκη: μπορούμε να είμαστε ταυτόχρονα γενναιόδωροι και βαθιά εγωιστές. Σαν να κουβαλάμε ολόκληρους γαλαξίες μέσα μας. Με συγκινεί αυτή η εικόνα: όλοι είμαστε «και Φάλαινες και Ιωνάδες».
Πρόκειται για ένα έργο με έντονη θεατρικότητα, ωστόσο με ισχυρή στο μυαλό μας την κινηματογραφική δύναμή του. Πως δούλεψες για τον ρόλο σου;
Πάντα ξεκινώ από το κείμενο ψάχνοντας τα όσα δεν λέγονται. Τις σιωπές, τις παύσεις, τα βλέμματα που κρύβονται ανάμεσα στις λέξεις. Εκεί, νιώθω πως κατοικεί η αλήθεια του εκάστοτε ρόλου. Και μετά προχωράω προς την απόδοση με ένστικτο. Χτίζω για τον χαρακτήρα ένα προσωπικό παρελθόν, ένα μυστικό βιογραφικό: μνήμες, τραύματα, κίνητρα, μικρά και μεγάλα μυστικά, ώστε κάθε του κίνηση να έχει ρίζα και όχι να μοιάζει τυχαία. Αυτό βέβαια είναι μια διαδικασία που καθόλου δεν αφορά τους θεατές. Εμένα όμως μου δημιουργεί διαδρομές για να συναντήσω τους υπόλοιπους χαρακτήρες του έργου αλλά και το ίδιο το κοινό. Μετά αφήνω το σώμα να αναπνεύσει και να μιλήσει. Αφουγκράζομαι το ρυθμό της αναπνοής, το βάδισμα, το πώς ακούω και κάπου εκεί καταλήγω να συναντήσω τη Λιζ.
Γιατί παίζει τόσο ισχυρό ρόλο η εμφάνισή μας στην εντύπωση που προκαλούμε στους άλλους; Αποκαλύπτει όντως πράγματα για εμάς;
Η εξωτερική εμφάνιση, πράγματι, μπορεί να παίξει ισχυρό ρόλο γιατί είναι το πρώτο και συχνά το μόνο άμεσο στοιχείο πληροφορίας που έχουν οι άλλοι για εμάς. Σίγουρα αποκαλύπτει ορισμένα πράγματα, αλλά όχι πάντα με τον τρόπο που νομίζουμε. Ωστόσο, θεωρώ πώς το πρόβλημα τελικά είναι ότι συχνά υπεργενικεύουμε. Τείνουμε να αποδίδουμε στην εμφάνιση χαρακτηριστικά προσωπικότητας ή αξίας που δεν σχετίζονται απαραίτητα με το βάθος και την αλήθεια μας. Με λίγα λόγια, η εμφάνιση λειτουργεί σαν ένα πρώτο μήνυμα: λέει κάτι σε ένα πρώτο επίπεδο, αλλά δεν μπορεί να φτάσει στο βάθος της προσωπικής ιστορίας μας. Είναι η αρχή της εντύπωσης, όχι η απόδειξη του ποιοι είμαστε.
Με λίγα λόγια, η εμφάνιση λειτουργεί σαν ένα πρώτο μήνυμα: λέει κάτι σε ένα πρώτο επίπεδο, αλλά δεν μπορεί να φτάσει στο βάθος της προσωπικής ιστορίας μας. Είναι η αρχή της εντύπωσης, όχι η απόδειξη του ποιοι είμαστε.
Τι απαιτεί ο ρόλος του φροντιστή ενός ασθενούς ατόμου; Είναι ένας ρόλος που μπορούμε να αναλάβουμε όλοι;
O ρόλος του φροντιστή δεν περιορίζεται απλώς στο να «κάνεις πράγματα για κάποιον άλλον». Είναι μια βαθιά παρουσία – να είσαι εκεί με όλο σου το είναι. Στη Φάλαινα, η Λιζ λειτουργεί ως μια υπομονετική, συχνά αθόρυβη παρουσία, ακόμη κι όταν η κούραση τη βαραίνει ή η αγωνία την κατακλύζει. Κρατά την αξιοπρέπεια του Τσάρλι στα χέρια της, όταν εκείνος δεν μπορεί να την υπερασπιστεί μόνος του. Πιστεύω πως κάθε φροντιστής ξεκινά από το προσωπικό του βίωμα. Όποτε συναντώ ανθρώπους που ασκούν αυτό το λειτούργημα, αναρωτιέμαι ποια είναι η ιστορία τους, τι κουβαλούν μέσα τους, ποια είναι η δική τους σιωπηλή στιγμή μέσα στη μέρα. Ο καθένας έχει τη δική του διαδρομή και καμία δεν είναι ίδια με του άλλου. Μέσα από αυτόν τον ρόλο αναμετριέμαι καθημερινά με τη δική μου μοναξιά, την ανάγκη για σύνδεση, τον θυμό ή το αίσθημα αδικίας. Ταυτόχρονα, όμως, ανακαλύπτω τη δύναμη της αγάπης και το πόσα μπορώ να προσφέρω χωρίς να χαθώ. Δεν είναι ένας εύκολος ούτε ηρωικός ρόλος. Είναι ανθρώπινος, αληθινός, γεμάτος ρωγμές. Και τελικά, κάθε μικρή πράξη φροντίδας μοιάζει με μια μικρή νίκη.
Πως μπορούμε να διαχειριστούμε με ισορροπία τις επιλογές των ανθρώπων μας όταν μας επηρεάζουν τόσο πολύ;
Οι επιλογές των ανθρώπων μας μάς επηρεάζουν αναπόφευκτα, γιατί υπάρχει συναίσθημα και ψυχική σύνδεση. Δεν μπορούμε, όμως – και δεν είναι σε καμία περίπτωση υγιές – το να προσπαθούμε να τις ελέγξουμε. Η ισορροπία έρχεται όταν ξεχωρίζουμε τι μας αναλογεί και τι όχι. Όταν μιλάμε από καρδιάς, δείχνουμε στήριξη και κατανόηση, αλλά ταυτόχρονα θέτουμε όρια. Το να αγαπάς κάποιον δεν σημαίνει να κουβαλάς τα βάρη του. Σημαίνει να είσαι δίπλα του χωρίς να χάνεσαι μέσα του. Να σέβεσαι τη διαδρομή του, προστατεύοντας παράλληλα και τη δική σου.
Μπορεί ένας άνθρωπος να σώσει έναν άλλον;
Νομίζω πως κανείς δεν μπορεί πραγματικά να «σώσει» έναν άλλον, με την έννοια να ζήσει ή να αλλάξει τη ζωή του αντί γι’ αυτόν. Η αλλαγή και η απόφαση προκύπτει από μέσα. Ό,τι κι αν κάνεις απ’ έξω, αν ο άλλος δεν είναι έτοιμος, δεν αρκεί. Αυτό που μπορούμε, όμως, είναι να σταθούμε δίπλα του. Να στηρίξουμε, να ακούσουμε, να κρατήσουμε το χέρι του στις δύσκολες στιγμές. Σίγουρα αυτό δεν μοιάζει με σωτηρία, αλλά είναι το πιο ουσιαστικό είδος βοήθειας. Δεν σώζεις κάποιον. Τον συνοδεύεις μέχρι να μπορέσει να σταθεί μόνος του.
Αυτό που μπορούμε, όμως, είναι να σταθούμε δίπλα του. Να στηρίξουμε, να ακούσουμε, να κρατήσουμε το χέρι του στις δύσκολες στιγμές. Σίγουρα αυτό δεν μοιάζει με σωτηρία, αλλά είναι το πιο ουσιαστικό είδος βοήθειας. Δεν σώζεις κάποιον. Τον συνοδεύεις μέχρι να μπορέσει να σταθεί μόνος του.
Υπάρχει σωστός τρόπος να αγαπάμε; Τι συμβαίνει όταν η άποψη που έχουμε για την αγάπη δεν συμφωνεί με των ανθρώπων μας;
Αν υπάρχει ένας και μοναδικός σωστός τρόπος να αγαπάμε είναι κάτι που δεν γνωρίζω. Ζούμε σε μια εποχή που όλα μπαίνουν εύκολα σε τίτλους και κατηγορίες: σχέσεις, ρόλοι, «πρέπει», ορισμοί. Κι όμως, η αγάπη για μένα δεν χωράει τόσο απλά σε «κουτάκια». Είναι ένας τρόπος σύνδεσης και ένα συνεχές πεδίο εξερεύνησης που το μαθαίνουμε μέσα από τα βιώματά μας. Ο καθένας κουβαλά τη δική του «γλώσσα». Αυτό που έχω καταλάβει είναι πως χωρίς σεβασμό, ελευθερία και φροντίδα, η αγάπη εύκολα μπερδεύεται με έλεγχο ή εξάρτηση – κι εκεί κάτι μέσα μου «κλειδώνει». Όταν η δική μου αντίληψη δεν συναντιέται με εκείνη των ανθρώπων μου, νιώθω πως μιλάμε διαφορετικές γλώσσες. Τα τελευταία χρόνια με απασχολεί πολύ η έννοια της συμβατότητας· η αποδοχή πως δεν ταιριάζουν όλοι οι τρόποι μεταξύ τους. Και αυτό πλέον μέσα μου είναι ΟΚ. Αγαπώ τους ανθρώπους μου στην ολότητά τους, ακόμη και στα σκοτάδια τους, ακόμη κι όταν δεν μου είναι πάντα εύκολοι ή «συμπαθείς». Για μένα, αγάπη είναι να μπορούμε να υπάρχουμε αληθινά, ο καθένας με τη γλώσσα του, και να βρίσκουμε έναν κοινό τόπο, πέρα από ταμπέλες και ορισμούς. Όταν αυτό συμβαίνει, το νιώθω σαν κάτι σχεδόν μαγικό.
Τι χαρίζει το θέατρο στη ζωή σου-μας; Μπορεί να καταφέρει ουσιαστικές αλλαγές μέσα και έξω μας;
Η συνθήκη του θεάτρου από μόνη της σε βάζει σε διαδικασία να ακούσεις χωρίς έχεις τον χώρο να συμμετέχεις λεκτικά. Σε βάζει σε μια θέση να ακούσεις και να σκεφτείς. Σου προκαλεί αισθήματα που αναγκάζεσαι να διαχειριστείς αθόρυβα. Σωπαίνει ο λόγος και λειτουργεί η ψυχή. Για να το πω αλλιώς, νομίζω τελικά πως το θέατρο μας χαρίζει έναν χώρο συνάντησης κυρίως με τον εαυτό μας. Μας επιτρέπει να σταθούμε για λίγο απέναντι στη ζωή, να την παρατηρήσουμε, να τη νιώσουμε χωρίς άμυνες. Είναι ένας τόπος όπου τα συναισθήματα χωράνε ολόκληρα και οι αντιφάσεις δεν χρειάζεται να λυθούν. Το θέατρο δεν δίνει απαντήσεις. Ανοίγει ερωτήματα. Και αυτό, ίσως, είναι το πιο πολύτιμο δώρο του. Στη δική μου ζωή τώρα, νιώθω το θέατρο ως ένα ασταμάτητο εργαστήριο όπου κατασκευάζω σταθερά νέα και πολύτιμα εργαλεία για να γίνομαι καλύτερος άνθρωπος. Να αγαπώ βαθύτερα, να θυμώνω λιγότερο, να συγχωρώ αληθινά, να παρατηρώ ουσιαστικότερα και να σωπαίνω όταν χρειάζεται να ακούσω καλύτερα. Αυτό είναι το δώρο του σε εμένα.
Στην τόσο ιδιαίτερη εποχή μας, πως έχει διαμορφωθεί η δουλειά του ηθοποιού; Τι έχει κερδηθεί και τι πρέπει να γίνει;
Στην εποχή μας, η δουλειά του ηθοποιού έχει αλλάξει ριζικά. Δεν είναι πια μόνο η ερμηνεία – είναι η εικόνα, η ταχύτητα, η συνεχής διαθεσιμότητα. Ο ηθοποιός καλείται να είναι ταυτόχρονα δημιουργός, διαχειριστής της εικόνας του και δημόσιο πρόσωπο. Αυτό έχει ανοίξει νέους δρόμους έκφρασης, αλλά η πίεση και οι γρήγοροι ρυθμοί συχνά περιορίζουν τον χρόνο για ουσιαστική προετοιμασία και βάθος, με κίνδυνο η ποιότητα να υποχωρεί μπροστά στην ταχύτητα. Παράλληλα, γίνεται όλο και πιο αναγκαίο να μιλάμε για εργασιακά δικαιώματα και προστασία, γιατί η δημιουργία δεν ανθίζει χωρίς αξιοπρέπεια και ασφάλεια. Νιώθω βαθιά ευγνωμοσύνη που ανήκω σε μια ομάδα όπου η συνεργασία και η αξία της διαδικασίας έχουν κοινή γλώσσα και πράξη. Η «μαγιά» μεταξύ του Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη, της Τζωρτζίνας Παλαιοθόδωρου, της Γεωργίας Μεσαρίτη, του Βασίλη Ντάρμα κι εμένα, με την καθοδήγηση του Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη που έδωσε χώρο και χρόνο στους χαρακτήρες μας να βρουν την αληθινή φωνή τους, το αποδεικνύει. Το ζητούμενο σήμερα είναι να αξιοποιούμε τα εργαλεία της εποχής χωρίς να χάνουμε τον χρόνο, τη φροντίδα και τη συλλογικότητα που δίνουν ουσία στη δουλειά μας. Γιατί στο τέλος, αυτό που μένει δεν είναι η ταχύτητα, αλλά η αλήθεια της στιγμής και το αποτύπωμά της.
Τι σου δίνει δύναμη και πίστη στην καθημερινότητα;
Δύναμη και πίστη στην καθημερινότητά μου μού δίνει η σύνδεση με τους ανθρώπους και οι μικρές στιγμές που κάνουν τη ζωή αληθινή. Πριν λίγες μέρες, στο καμαρίνι με τους συναδέλφους μου, έζησα μια τέτοια στιγμή: έμεινα συνειδητά λίγο σε απόσταση και τους παρατηρούσα… πώς λάμπουν τα μάτια τους, τις εκφράσεις, τα γέλια, τον τόνο της φωνής τους, τις αυθόρμητες αντιδράσεις τους. Και σε αυτό το σημείο με διαπέρασε ένα ρεύμα βαθιάς ευγνωμοσύνης που βρισκόμουν ανάμεσά τους. Ήταν μια υπενθύμιση πως αυτές οι απλές, αληθινές στιγμές είναι που με γεμίζουν, μου δίνουν χαρά και με καλούν να επιστρέφω, ξανά και ξανά, στο εδώ και το τώρα.