Σε λίγες μέρες ολοκληρώνει τον νέο κύκλο της μία από τις παραστάσεις που ξεχώρισαν τον τελευταίο καιρό, φέρνοντάς μας σε επαφή με φλέγοντα θέματα που ίσως να μην γνωρίζουμε σε βάθος, κινητοποιώντας συζητήσεις και χαρίζοντάς μας μια πλήρη θεατρική εμπειρία. Πρόκειται για την παράσταση του έργου Καὶ ἐφύτευσεν ὁ Θεὸς παράδεισον της Βαλέριας Δημητριάδου που παρουσιάζεται από την Ομάδα C. for Circus στο Θέατρο Άνεσις. Ο ηθοποιός Γρηγόρης Μπαλλάς μας μίλησε για το έργο και τα πεδία προβληματισμού και αναζήτησης που του διάνοιξε, για τον ιδιαίτερο κι απαιτητικό ρόλο που έχει αναλάβει, για τον τρόπο λειτουργίας της κοινωνίας, τα δικαιώματα που μας επιτρέπει να έχουμε και το ένστικτο να τα διεκδικήσουμε.
Ποιες νέες σκέψεις έκανες για τον εαυτό σου μέσα απ΄ αυτή τη δουλειά μέχρι τώρα;
Αρχικά στην παράσταση παίζω τον Φέλιξ, έναν μη ομιλητικό αυτιστικο ενήλικα που χρειάζεται συνεχή υποστήριξη από την οικογένεια ή απο φροντιστή.
Στην έρευνα για τη συμπεριφορά του, τη μνήμη, τις συνήθειες του, και έπειτα μέσα από τις παραστάσεις, μου ρχόταν ξανά και ξανά συνήθως το ένστικτο σαν μια πιο θολή έννοια. Είναι η πρώτη φορά που παρατηρώ συνειδητά την έννοια αυτή. Είχα ξεχάσει την αξία που έχει το ένστικτο. Αισθάνομαι ότι η κοινωνία το αντιμάχεται με αργούς ρυθμούς και σιωπηλά, ίσως γιατί δεν εξυπηρετεί κάποιο συμφέρον.
Ο Φέλιξ δεν εκφράζεται μεσω γραμμικού διαλόγου, δεν παρακάμπτει το ένστικτό του μέσω της γλώσσας, όπως κάνουμε οι περισσότεροι. Λειτουργεί απευθείας μέσα απ αυτό. Και αυτό με έκανε να αναρωτηθώ το πόσο το ελέγχουμε, το καταπιέζουμε ή ακόμα και το ενοχοποιούμε στην καθημερινή ζωή, που πια δεν το ακούμε. Με αυτόν τον ρόλο, συνειδητοποίησα πόσο συχνά φιλτράρουμε, λογοκρίνουμε, κατασκευάζουμε τις αντιδράσεις μας για να είναι σωστές ή αποδεκτές. Ο Φέλιξ δεν έχει αυτή την επιλογή. Και αυτό τον κάνει και πιο ειλικρινή από εμάς.
Ίσως λοιπόν η μεγαλύτερη σκέψη που έκανα για μένα να είναι να ξαναφρεσκάρω αυτό, να νιώθω πιο ελεύθερος εμπιστεύοντας το ένστικτό μου.
Είναι σοφότερο να ζούμε με πίστη στους ανθρώπους ή με καχυποψία μέχρι αποδείξεως του εναντίου;
Είχα πρόσφατα αυτή τη συζήτηση με τη φίλη μου την Αθηνά στο καμαρίνι. Είμαι σε μια φάση της ζωής μου πιο κοινωνική, που θέλω να συναναστρέφομαι με πολλούς ανθρώπους. Και έχω καταλήξει ότι το να βλέπεις το καλό στους ανθρώπους δεν είναι απλώς ένας τρόπος να τους αντιμετωπίζεις, αλλά και ένας τρόπος να είσαι πιο επιεικής και με τον εαυτό σου. Γιατί, αν κοιτάς τους άλλους με καχυποψία, καταλήγεις να γίνεσαι σκληρός και μαζί τους και με σένα τον ίδιο.
Η παράσταση αυτή, βέβαια, μιλάει για μια πολύ σκληρή πραγματικότητα, για περιπτώσεις όπου η εμπιστοσύνη καταστρατηγείται με τον πιο βίαιο τρόπο. Αλλά ακόμα κι έτσι, δεν θέλω να πάψω να πιστεύω στους ανθρώπους. Αυτό που καταλαβαίνω είναι ότι η εμπιστοσύνη δεν σημαίνει αφέλεια – σημαίνει να επιλέγεις να βλέπεις το καλό στους άλλους, χωρίς να αγνοείς το κακό. Και κάποιες φορές, ακόμα κι ένας άνθρωπος που φαίνεται σιωπηλός, όπως ο ρόλος που παίζω, ένας αυτιστικός ενήλικας μη ομιλητικός, σίγουρα ξέρει και νιώθει περισσότερα από όσα δείχνει. Αυτή η σκέψη με κάνει να θέλω να δίνω ευκαιρίες, τόσο στους άλλους όσο και στον εαυτό μου.
Πως γίνεται μετά από τόσους αγώνες και διεκδικήσεις να υπάρχει τόσο μεγάλη ανάγκη να διεκδικούμε ξανά αυτονόητα δικαιώματα;
Είναι εξαντλητικό πράγματι. Νομίζω πως ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι ότι η αλλαγή δεν είναι ποτέ μόνιμη αν δεν τη διαφυλάξουμε. Τα δικαιώματα δεν είναι πέτρινα, είναι εύθραυστα. Και όσο υπάρχουν άνθρωποι που έχουν συμφέρον να τα αμφισβητούν, εμείς θα πρέπει να τα ξαναδιεκδικούμε.
Επίσης, τα αυτονόητα δικαιώματα δεν είναι αυτονόητα για όλους. Κάποιοι άνθρωποι, όπως στην παράσταση, τα θύματα trafficking ή άτομα που δεν μπορούν να εκφραστούν εύκολα, όπως ο ρόλος που υποδύομαι, δεν είχαν ποτέ τη δυνατότητα να τα διεκδικήσουν για τον εαυτό τους. Οπότε, κάθε φορά που παλεύουμε για κάτι που θεωρούμε αυτονόητο, ίσως δεν το κάνουμε μόνο για να μην το χάσουμε, αλλά και για να το αποκτήσουν επιτέλους εκείνοι που δεν το είχαν ποτέ.
Είναι ο άνθρωπος ένα ον προορισμένο να προσαρμόζεται; Είναι θετική ή αρνητική για τη ζωή του αυτή η ιδιότητα;
Νομίζω πως ο άνθρωπος είναι όντως προορισμένος να προσαρμόζεται, γιατί αυτό είναι που του επιτρέπει να επιβιώνει. Η προσαρμογή είναι μηχανισμός επιβίωσης, αλλά το ερώτημα είναι: σε τι προσαρμοζόμαστε; Αν προσαρμοζόμαστε σε καταστάσεις που μας καταπιέζουν ή μας αφαιρούν τη φωνή, τότε αυτή η ιδιότητα μπορεί να γίνει καταστροφική. Αν όμως προσαρμοζόμαστε με τρόπο που μας επιτρέπει να εξελισσόμαστε, τότε είναι δύναμη.
Μέσα από τον ρόλο μου στην παράσταση, σκέφτομαι πως υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν την πολυτέλεια να επιλέξουν πώς θα προσαρμοστούν—τους επιβάλλεται. Και αυτό είναι το τρομακτικό κομμάτι. Από την άλλη, βλέπω και τη δύναμη που έχει κάποιος όταν βρίσκει τρόπους να αντέξει, ακόμα και μέσα στις πιο δύσκολες συνθήκες. Οπότε η προσαρμογή δεν είναι ούτε απόλυτα θετική ούτε απόλυτα αρνητική—είναι το πώς και το γιατί την εφαρμόζουμε που κάνει τη διαφορά.
Φωτογραφίες: Douglas Martin Eveleigh
Τι χώρος υπάρχει στην κοινωνία μας για τα άτομα με ειδικές ανάγκες; Πως πρέπει και πως μπορούμε να τα αντιμετωπίζουμε;
Δεν υπάρχει πραγματικός χώρος για τους ανάπηρους—η κοινωνία τους δίνει μια θέση, αλλά όχι πραγματική παρουσία. Τους βλέπει είτε σαν “ήρωες” είτε σαν “περιπτώσεις” που χρειάζονται οίκτο. Σπάνια τα αντιμετωπίζει ως ισότιμα μέλη της.
Ο Φέλιξ ξέρει πράγματα, έχει σκέψεις, συναισθήματα, αλλά επειδή δεν μπορεί να τα εκφράσει όπως εμείς, είναι σχεδόν αόρατος. Αυτό συμβαίνει και στην ζωή: δεν είναι ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν υπάρχουν ή δεν έχουν φωνή—είναι ότι εμείς δεν τους έχουμε δώσει τον χώρο να ακουστούν με τον δικό τους τρόπο. Η κοινωνία αξιολογεί τα μέλη της με κριτήριο το κέρδος και όσοι δεν λειτουργούν με τον κώδικα αυτόν τα περιθωριοποιεί.
Πρέπει να αρχίσουμε να ακούμε, να βλέπουμε και να προσαρμόζουμε τον κόσμο μας ώστε να συμπεριλαμβάνει όλους, όχι απλώς να ανέχεται κάποιους. Και δεν είναι τόσο δύσκολο, η πολιτεία πρέπει να ξεκινήσει δίνοντας χώρο, χρόνο και ουσιαστικό ενδιαφέρον για την ένταξη όλων. Οχι απο λύπηση αλλά απο σεβασμό σε όλα τα μέλη.
Το θέατρο μπορεί να συμβάλλει σε κάποια αλλαγή ή απευθύνεται εκ των πραγμάτων σε ευαισθητοποιημένους ανθρώπους;
Το θέατρο έχει τη δύναμη να φέρει αλλαγή βέβαια δεν είναι ένα εργαλείο που αλλάζει την κοινωνία από τη μια στιγμή στην άλλη, αλλά μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που βλέπει κάποιος τον κόσμο—κι αυτό είναι το πρώτο βήμα.
Δεν πιστεύω πως οι άνθρωποι που πηγαίνουν θέατρο είναι απαραίτητα όλοι ευαισθητοποιημένοι. Μέσα στις 150 παραστάσεις που έχουμε κάνει υπήρξαν και άνθρωποι που δύσκολα θα τους έλεγες ευαισθητοποιημένους. Ο καθένας μπορεί να επιλέξει μια παράσταση με ατομικά κίνητρα που συχνά δεν είναι το να ακούσει μια ιστορία. Επίσης υπάρχουν ευαισθητοποιημένοι άνθρωποι που δεν έχουν άμεση πρόσβαση στα θέατρα ή σε άλλους χώρους τεχνης, είτε δε διαθέτουν τα μέσα. Υπάρχουν άλλωστε άνθρωποι που ζουν και μιλούν την ποίηση χωρίς να έχουν διαβάσει ποτέ τους ποίηση ή και χωρίς να ξέρουν καν να διαβάζουν.
Για μένα, το πιο δυνατό σημείο του θεάτρου είναι ότι βάζει τον θεατή στη θέση του άλλου, έστω και για λίγο. Και αυτή η αλλαγή οπτικής μπορεί να είναι αρκετή για να κάνει κάποιον να σκεφτεί διαφορετικά την επόμενη φορά που θα έρθει αντιμέτωπος με κάποιον, είτε αντιμέτωπος με μια συνθήκη.
Για μένα, το πιο δυνατό σημείο του θεάτρου είναι ότι βάζει τον θεατή στη θέση του άλλου, έστω και για λίγο. Και αυτή η αλλαγή οπτικής μπορεί να είναι αρκετή για να κάνει κάποιον να σκεφτεί διαφορετικά την επόμενη φορά που θα έρθει αντιμέτωπος με κάποιον, είτε αντιμέτωπος με μια συνθήκη.
Φωτογραφία: Αναστασία Γιαννάκη
Ποια είναι επαναστατική πράξη στην εποχή μας;
Οι απορίες, το δεν ξέρω. Το να μην υπερασπίζεσαι τον εαυτό σου απέναντι στα πάντα, ως αυτοματοποιημένος μηχανισμός. Κάποιος άλλος μπορεί να ξέρει καλύτερα απο μένα. Δεν πειράζει. Με αυτόν τον τρόπο μοιραζόμαστε, ακούμε ο ένας τον άλλον και ίσως από αυτό να ενωνόμαστε απέναντι σε κάτι που χρειάζεται να πέσει.
Τι σου δίνει δύναμη και πίστη στην καθημερινότητα;
Όσο περνάει ο καιρός, καταλαβαίνω όλο και περισσότερο πόσο σημαντικό είναι το ένστικτο στην καθημερινή ζωή και το να μην το φιμώνω. Όταν ακούω το τι θέλω να κάνω ή να πω και συνδιαλέγομαι μ αυτό, έτσι στο τσάκα τσάκα, νιώθω πολύ δυνατός να ανταπεξέλθω στο οτιδήποτε. Δύναμη μού δίνει η αίσθηση της δυνατότητας. Το ότι αύριο μπορεί να κάνω κάτι εντελώς διαφορετικό, να βρεθώ κάπου αλλού, να δω τον κόσμο από άλλη γωνία. Όμως, δεν είμαι μόνος σ’ αυτό. Οι φίλοι μου είναι εκείνοι που με κάνουν να νιώθω ότι δεν παλεύω μόνος μου. Οι άνθρωποι που θαυμάζω και εκτιμώ που διεκδικούν δημιουργικά τα πράγματα, που δίνουν ένα νόημα, κι ας ξέρουμε πως δεν υπάρχει.
Πίστη μου δίνουν οι άνθρωποι που ξεπερνούν τον εαυτό τους για κάποιον άλλο. Είμαι πολύ επιεικής σε σχέση με το που έχει πίστη ο καθένας μας.