Γιώργος Σύρμας / Το καταφύγιο των βιβλίων

Μία καταξιωμένη νεαρή κοπέλα δολοφονείται άγρια στο ατελιέ του σπιτιού της. Ο επικεφαλής του Τμήματος Δίωξης Εγκλημάτων κατά Ζωής αναλαμβάνει την εξιχνίαση του εγκλήματος και έρχεται αντιμέτωπος με ένα σύνθετο δίκτυο εγκλημάτων και συγκάλυψης, ενώ παράλληλα προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην προσωπική και την επαγγελματική του ζωή. Το πρώτο βιβλίο του Γιώργου Σύρμα κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ίκαρος και κερδίζει τις εντυπώσεις με τη διεισδυτική του ματιά και την ένταση που κλιμακώνεται καθώς ο αναγνώστης καταβυθίζεται στον κόσμο του. Ο συγγραφέας αξιοποιεί την ιδιότητα του ηθοποιού και παρουσιάζει ολοκληρωμένους χαρακτήρες με συνέπεια και προεκτάσεις. Μας μίλησε για την συγγραφική διαδικασία και όλα του αποκάλυψε, για τις ανθρώπινες σχέσεις που επιβιώνουν μόνο με φροντίδα, για την αγάπη και την αλληλεγγύη που αποτελούν προϋπόθεση για την επιβίωσή μας.
Τι κινητοποίησε τη συγγραφή του πρώτου σου βιβλίου;
Οι νοοτροπίες που κάνουν τις ζωές μας πιο δύσκολες. Έψαχνα τρόπο να μοιραστώ σκέψεις και συναισθήματα για όλα αυτά που δεν μας αφήνουν να ζήσουμε όπως λαχταράμε. Ξεκίνησα με αυτό, και μοιραία –λόγω της αδυναμίας που έχω στη μυθοπλασία του εγκλήματος– τα στιγμιότυπα ζωής που είχα εξ αρχής στο κεφάλι μου εξελίχτηκαν σε αστυνομικό μυθιστόρημα.
Πώς δούλεψες για αυτό; Η συγγραφή είναι αποτέλεσμα πειθαρχημένης εργασίας ή στιγμιαίας έμπνευσης;
Η έμπνευση έρχεται και φεύγει, η πειθαρχία μάς κυνηγά παιδιόθεν – από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη δηλαδή. Όταν ξεκίνησα να γράφω η έκδοση φάνταζε πολύ μακρινή έως απίθανη, και αυτό μου έδωσε μια άνεση, μια χαλαρότητα. Έγραφα όταν είχα πραγματικά ελεύθερο χρόνο, όταν το κεφάλι μου ήταν καθαρό απ’ τις σκοτούρες της δουλειάς, έκανα μεγάλα διαλείμματα μέχρι να ξαναπιάσω το γράψιμο. Όμως έτσι έχανα το νήμα της ιστορίας. Κατάλαβα ότι χρειαζόμουν αναλυτικό και ακριβή σκελετό, πράγμα που δεν είχα συνειδητοποιήσει απ’ την αρχή. Η μεγάλη φόρμα είχε απαιτήσεις που δεν γνώριζα – έμαθα όμως, βρήκα τον προσωπικό μου τρόπο να γράφω. Τα διαλείμματα δεν έπαψαν, αλλά κατά κύριο λόγο ακολούθησα τον σκελετό και πότε πότε τον εμπλούτιζα με τυχόν εμπνεύσεις που έσκαγαν και προχωρούσαν την ιστορία με περισσότερο ενδιαφέρον.
Τι νέο έμαθες για τον εαυτό σου μέσα από τη συγγραφική διαδικασία;
Μου επιβεβαίωσε πόσο πολύ χρειάζομαι τη γαλήνη μέσα σε μια καθημερινότητα που τρέχει σαν τρελή. Η δουλειά μου στο θέατρο απαιτεί συνεχή ανταλλαγή ενέργειας με ανθρώπους λιγότερο ή περισσότερο οικείους, με συνεργάτες που ανανεώνονται διαρκώς. Αυτή η συνεχόμενη συνδιαλλαγή είναι πολύ έντονη, σπάει τη ρουτίνα που ενδεχομένως υπάρχει σε άλλες δουλειές, αλλά αναπόφευκτα μπορεί και να κουράσει. Το γράψιμο μου αποκάλυψε ένα bubble ηρεμίας, μια περιοχή που προσφέρει ασφάλεια. Κάτι τέτοιο έχει πολύ ενδιαφέρον για τους συγγραφείς που ασχολούμαστε με τη μυθοπλασία του εγκλήματος. Μέσα στην ασφάλεια των λέξεων σκαλίζουμε τον ανθρώπινο φόβο.

Η ιδιότητα του ηθοποιού πώς συνέβαλε στη δημιουργία και την ολοκλήρωση των χαρακτήρων του μυθιστορήματος;
Οι ηθοποιοί είμαστε οι χαρακτήρες των έργων. Αυτό κάνουμε, αυτό καλούμαστε να κάνουμε, να ζωντανέψουμε τους ρόλους, να τους δώσουμε σώμα, φωνή, δράσεις. Για μένα ήταν μονόδρομος να ξεκινήσω τη συγγραφή από τους βασικούς χαρακτήρες, γιατί πάνω σε αυτό έχω μάθει να δουλεύω: πώς υπάρχει ένας άνθρωπος υπό συγκεκριμένες συνθήκες που ορίζει ένα θεατρικό έργο ή ένα σενάριο. Στην περίπτωση του REC, είχα στο μυαλό μου τις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των ανθρώπων. Δημιουργήθηκε δηλαδή ένας ιστός επαφών που ανάλογα με τις ανάγκες της ιστορίας γινόταν περισσότερο ή λιγότερο περίπλοκος. Στην πραγματικότητα, αυτό που με οδήγησε στην εξέλιξη της πλοκής ήταν το πώς σχετίζονταν οι χαρακτήρες μεταξύ τους.
Πότε θα μπορούσαμε να πούμε ότι γνωρίζουμε πραγματικά τους ανθρώπους της ζωής μας;
Ας ξεκινήσουμε από τους εαυτούς μας. Όσο περισσότερη δουλειά κάνουμε με τον εαυτό μας, τόσο πιο κοντά θα είμαστε στην αλήθεια των άλλων. Και αυτό όχι επειδή είμαστε ίδιοι. Αλλά επειδή τα θέλω και οι φόβοι μας έχουν κοινή καταγωγή: το παιδί που κάποτε υπήρξαμε. Η ανθρώπινη φύση είναι πολύπλοκη, αλλά ευτυχώς για τις διαπροσωπικές μας σχέσεις, οι συμπεριφορές μας μπορεί να γίνουν όλο και πιο εύκολα κατανοητές όσο δουλεύουμε με τον παιδικό μας εαυτό που πάντα κάτι θα λαχταράει, κάτι θα αποζητά, κάτι θα τον πληγώνει. Οι ανθρώπινες σχέσεις θέλουν φροντίδα – ας φροντίσουμε λοιπόν τον εαυτό μας για να μπορέσουμε να στραφούμε δυνατοί και συνειδητοποιημένοι και προς τον άλλο.
Όσο περισσότερη δουλειά κάνουμε με τον εαυτό μας, τόσο πιο κοντά θα είμαστε στην αλήθεια των άλλων. Και αυτό όχι επειδή είμαστε ίδιοι. Αλλά επειδή τα θέλω και οι φόβοι μας έχουν κοινή καταγωγή: το παιδί που κάποτε υπήρξαμε.
Πώς μπορούμε να βάλουμε ουσιαστικά όρια στις σχέσεις μας και να τα διατηρήσουμε;
Και πάλι η απάντηση νομίζω πως βρίσκεται στο δρόμο προς την αυτογνωσία. Δεν μπορούμε ποτέ να ξέρουμε αν τα όρια που επιθυμούμε για τους άλλους είναι αυτά που έχουμε πραγματικά ανάγκη. Όσο σκάβουμε μέσα μας, τόσο πιο καθαρό μάς γίνεται το τι χρειαζόμαστε για να είμαστε ήρεμοι. Επομένως, ναι, χρειάζονται τα όρια, χρειάζεται η συνειδητοποίηση των αναγκών μας και κυρίως χρειάζεται μια ειλικρινής στάση απέναντι στους άλλους για να ξέρουν κι αυτοί πού βαδίζουν. Η ειλικρίνεια χρειάζεται θάρρος και σε συνδυασμό με την ενσυναίσθηση που απαιτεί γενναιοδωρία απέναντι στους ανθρώπους, είναι ένας δρόμος που μπορεί να οδηγήσει σε υγιείς οριοθετημένες σχέσεις.
Υπάρχει προστασία του απλού πολίτη στην καθημερινότητα ή ζούμε από τύχη σε μια κοινωνία που ικανοποιεί τα συμφέροντα των δυνατών;
Η πραγματικότητα που βιώνουμε στη χώρα είναι σκληρή, αλλά ακόμα πιο σκληρή είναι η συνειδητοποίηση ότι οι θεσμοί που επωμίζονται την ασφάλειά μας δεν εμπνέουν εμπιστοσύνη. Αυτό δεν είναι σημείο των καιρών – έχουμε γαλουχηθεί μέσα σ’ αυτήν την αίσθηση του «ανοχύρωτου» που συνθλίβεται από τη βία του ισχυρού. Για αυτό ακριβώς ήθελα και να μιλήσω για τις ζωές των ανθρώπων που βάλλονται, για ένα σωρό καθημερινούς ανθρώπους που συνεχίζουν να ζουν με την επίγνωση ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο βρίσκονται σε κίνδυνο. Αυτή η αίσθηση ότι πρέπει να είμαστε διαρκώς σε επιφυλακή –συνεχίζοντας φυσικά τη ρουτίνα μας, πηγαίνοντας στη δουλειά μας ή διασκεδάζοντας – ταρακουνάει μέσα μας έναν εαυτό που έχει πειστεί πως δεν υπάρχει σωτηρία, πως δεν μπορεί να βοηθηθεί. Η ιστορία που ξεδιπλώνεται στο REC αφορά μεταξύ άλλων τον δικαιολογημένο φόβο απέναντι στο «εκτεθειμένο», στο «ανοχύρωτο».

Ποιους συγγραφείς αγαπάς;
Αυτούς που γράφουν με συμπόνοια, χιούμορ και απλότητα για το «τρωτό» της ανθρώπινης φύσης.
Ποια είναι επαναστατική πράξη στην εποχή μας;
Η αλληλεγγύη. Σε έναν κόσμο που ολισθαίνει μέρα τη μέρα στην αποξένωση και το κυνήγι της ατομικής ασφάλειας, το να στέκεσαι με όποιο τρόπο μπορείς αλληλέγγυος είναι σπουδαίο. Έχει μια κάποιου είδους έπαρση όλη αυτή η διάχυτη τάση απομόνωσης και είναι μεγάλη πληγή. Έχουμε πειστεί ότι υπό προϋποθέσεις δεν χρειάζεται να βοηθάμε ο ένας τον άλλο, δεν είναι δουλειά μας, δεν μας αφορά τι περνάει ο άλλος. Ακόμα πιο θλιβερό είναι πως έχουμε πειστεί ότι θέτουμε τον εαυτό μας σε κίνδυνο αν υποστηρίξουμε κάτι που φαινομενικά δεν μας αφορά. Δυστυχώς, ακόμα μας είναι δύσκολο να κατανοήσουμε το «μαζί» κι ας έχει διδάξει η ιστορία ότι αλληλεγγύη είναι το τελευταίο οχυρό της ανθρωπότητας απέναντι στις ορδές της εξ-αγρίωσης.
Είσαι αισιόδοξος για το μέλλον;
Το παλεύω κάθε πρωί. Δεν πολυβοηθάνε τα πράγματα τριγύρω, αλλά πώς αλλιώς να κάνουμε; Είμαι αισιόδοξος, όχι ακριβώς για το πού οδεύει ο κόσμος, όσο για την ικανότητά μας μας βρίσκουμε το νόημα και τη χαρά. Γενιές γενεών μεγάλωσαν μέσα στην ανέχεια, τον πόλεμο ή παντός είδους κακουχίες, και πάλι, με κάποιο τρόπο συνέχισαν να ζουν, κουβαλώντας τραύματα και μνήμες. Είμαι αισιόδοξος για τον τρόπο με τον οποίο θα διαχειριστώ τα τραύματα που θα ’ρθουν.
Τι σου δίνει δύναμη και πίστη στην καθημερινότητα;
Οι άνθρωποι που έχω πλάι μου, η αγάπη και η γενναιοδωρία τους. Είμαι ευγνώμων που μου χαρίζονται απλόχερα τέτοια δώρα, δεν είναι καθόλου αυτονόητο.
Το βιβλίο REC του Γιώργου Σύρμα κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ίκαρος
Θα συναντήσουμε τον συγγραφέα στο 53ο Φεστιβάλ Βιβλίου:






